Σε αυτό το επεισόδιο θα καταλάβεις γιατί η φωνή που ακούς απ’ έξω δεν είναι ποτέ ακριβώς η ίδια με αυτή που νιώθεις μέσα σου. Θα συνειδητοποιήσεις πώς το podcast αποκαλύπτει τη φωνή που ήδη έχει ένα brand ή ένας creator, και γιατί ο ρυθμός, οι παύσεις και η αίσθηση έχουν τόση σημασία όσο και οι λέξεις
NOTES
Υπάρχει μια μικρή αμηχανία που σχεδόν όλοι τη νιώθουμε όταν ακούμε τη φωνή μας ηχογραφημένη. Δεν είναι ότι δεν αναγνωρίζουμε ποιοι είμαστε. Είναι ότι κάτι ακούγεται πιο ξένο από αυτό που νιώθουμε μέσα μας. Και αυτό είναι ένα πολύ καλό σημείο εκκίνησης για να καταλάβεις πώς λειτουργεί το audio, γιατί σου δείχνει αμέσως ότι η φωνή δεν είναι μόνο ήχος. Είναι και αίσθηση
Στο επεισόδιο, αυτό εξηγείται με έναν απλό αλλά πολύ χρήσιμο τρόπο. Όταν μιλάμε, ακούμε τη φωνή μας και από μέσα και από έξω. Δηλαδή όχι μόνο από τον αέρα, όπως τη λαμβάνει ο άλλος, αλλά και μέσα από το σώμα μας, μέσα από δονήσεις και οστική αγωγή. Όταν μετά ακούμε τη φωνή μας σε ένα αρχείο ή σε ένα podcast, λείπει αυτό το «μέσα». Οπότε ακούμε περισσότερο αυτό που φτάνει προς τα έξω, όχι αυτό που συνηθίσαμε να νιώθουμε
Και από εκεί περνάμε πολύ φυσικά στα brands. Ένα brand μπορεί να έχει tone of voice, λέξεις, αξίες, μια ωραία ταυτότητα γραμμένη στο brand book του. Όμως όταν μπει στο podcast και πρέπει να ακουστεί για αρκετή ώρα, χωρίς οπτική υποστήριξη, χωρίς layout, χωρίς caption που να το προστατεύει, τότε φαίνεται κάτι πιο ουσιαστικό: αν πραγματικά έχει φωνή ή απλώς έχει σωστό υλικό επικοινωνίας
Εκεί είναι και το πιο σημαντικό ερώτημα του επεισοδίου, ποια φωνή θα ακουστεί εκεί μέσα. Όχι ποιος θα είναι host, όχι ποιος θα κάνει την εισαγωγή, αλλά ποια ματιά, ποια θέση και ποια αίσθηση θα κουβαλάει αυτό που φτιάχνεις. Γιατί ένα podcast δεν είναι απλώς ένα θέμα που σπάει σε επεισόδια. Είναι ένας τρόπος να μείνει κάποιος αρκετή ώρα μαζί σου, και όταν συμβαίνει αυτό, αρχίζει να φαίνεται πολύ πιο καθαρά αν υπάρχει πραγματική σκέψη ή απλώς ένα όμορφα διατυπωμένο μήνυμα
Αυτό που κάνει το audio τόσο ειλικρινές είναι ότι δεν σε αφήνει εύκολα να κρυφτείς πίσω από το «σωστό». Μπορεί να έχεις σωστές λέξεις αλλά λάθος αίσθηση, καλό θέμα αλλά άδεια πρόθεση, επαγγελματικό τόνο αλλά καθόλου εσωτερική ανάγκη να ακουστείς. Και ο ακροατής ίσως να μην το περιγράψει έτσι, αλλά το καταλαβαίνει πολύ γρήγορα, αν θα μείνει ή αν θα φύγει μετά από δύο επεισόδια χωρίς να του λείψει ποτέ
Ένα από τα πιο πρακτικά σημεία του επεισοδίου είναι ότι η φωνή δεν είναι μόνο χροιά. Είναι ρυθμός, παύση, ένταση, αναπνοή, μεταβολή. Δηλαδή το πώς μπαίνεις σε μια σκέψη και πώς βγαίνεις από αυτήν. Αυτό φαίνεται πολύ καθαρά όταν λες την ίδια φράση με διαφορετικό ρυθμό. Δεν αλλάζει το νόημα, αλλάζει η αίσθηση. Και στο audio η αίσθηση είναι σχεδόν τόσο σημαντική όσο και οι λέξεις
Γι’ αυτό και η πιο χρήσιμη άσκηση πριν από ένα podcast δεν είναι να γράψεις πρώτα τίτλους και formats. Είναι να ακούσεις τρία λεπτά γυμνής φωνής. Χωρίς intro, χωρίς μουσική, χωρίς κάτι να την ωραιοποιεί. Μόνο η φωνή που προσπαθεί να απαντήσει σε μια απλή ερώτηση: γιατί πρέπει να υπάρχει αυτό εδώ; Αυτό είναι ένα πολύ καθαρό τεστ για το αν υπάρχει πραγματική θέση ή μόνο θεματολογία
Το πιο χρήσιμο εδώ είναι ότι το επεισόδιο δεν αντιμετωπίζει τη φωνή σαν τεχνικό θέμα, αλλά σαν στρατηγικό φίλτρο. Σου δείχνει πού βιάζεσαι, πού κρύβεσαι, πού ακούγεσαι πιο σίγουρος απ’ όσο νιώθεις, πού η φωνή σου γίνεται brand book αντί για παρουσία. Και αυτό είναι ίσως το σημείο που κάνει το audio τόσο χρήσιμο πριν καν ξεκινήσει ένα podcast, γιατί σε βοηθά να ακούσεις τι υπάρχει ήδη και τι λείπει
Αν το πω πολύ απλά, αυτό το επεισόδιο λέει κάτι σημαντικό, ότι το podcast δεν σου δίνει φωνή, αποκαλύπτει τη φωνή που ήδη έχεις. Και ίσως αυτό να είναι το πιο ώριμο πράγμα που μπορεί να κάνει ένα brand ή ένας creator πριν πατήσει record, να ακούσει αν αυτό που έχει να πει αντέχει και χωρίς τα στολίδια γύρω του
6. Όταν ακούς τη φωνή σου απ’ έξω
Σε αυτό το επεισόδιο θα καταλάβεις γιατί η φωνή που ακούς απ’ έξω δεν είναι ποτέ ακριβώς η ίδια με αυτή που νιώθεις μέσα σου. Θα συνειδητοποιήσεις πώς το podcast αποκαλύπτει τη φωνή που ήδη έχει ένα brand ή ένας creator, και γιατί ο ρυθμός, οι παύσεις και η αίσθηση έχουν τόση σημασία όσο και οι λέξεις
NOTES
Υπάρχει μια μικρή αμηχανία που σχεδόν όλοι τη νιώθουμε όταν ακούμε τη φωνή μας ηχογραφημένη. Δεν είναι ότι δεν αναγνωρίζουμε ποιοι είμαστε. Είναι ότι κάτι ακούγεται πιο ξένο από αυτό που νιώθουμε μέσα μας. Και αυτό είναι ένα πολύ καλό σημείο εκκίνησης για να καταλάβεις πώς λειτουργεί το audio, γιατί σου δείχνει αμέσως ότι η φωνή δεν είναι μόνο ήχος. Είναι και αίσθηση
Στο επεισόδιο, αυτό εξηγείται με έναν απλό αλλά πολύ χρήσιμο τρόπο. Όταν μιλάμε, ακούμε τη φωνή μας και από μέσα και από έξω. Δηλαδή όχι μόνο από τον αέρα, όπως τη λαμβάνει ο άλλος, αλλά και μέσα από το σώμα μας, μέσα από δονήσεις και οστική αγωγή. Όταν μετά ακούμε τη φωνή μας σε ένα αρχείο ή σε ένα podcast, λείπει αυτό το «μέσα». Οπότε ακούμε περισσότερο αυτό που φτάνει προς τα έξω, όχι αυτό που συνηθίσαμε να νιώθουμε
Και από εκεί περνάμε πολύ φυσικά στα brands. Ένα brand μπορεί να έχει tone of voice, λέξεις, αξίες, μια ωραία ταυτότητα γραμμένη στο brand book του. Όμως όταν μπει στο podcast και πρέπει να ακουστεί για αρκετή ώρα, χωρίς οπτική υποστήριξη, χωρίς layout, χωρίς caption που να το προστατεύει, τότε φαίνεται κάτι πιο ουσιαστικό: αν πραγματικά έχει φωνή ή απλώς έχει σωστό υλικό επικοινωνίας
Εκεί είναι και το πιο σημαντικό ερώτημα του επεισοδίου, ποια φωνή θα ακουστεί εκεί μέσα. Όχι ποιος θα είναι host, όχι ποιος θα κάνει την εισαγωγή, αλλά ποια ματιά, ποια θέση και ποια αίσθηση θα κουβαλάει αυτό που φτιάχνεις. Γιατί ένα podcast δεν είναι απλώς ένα θέμα που σπάει σε επεισόδια. Είναι ένας τρόπος να μείνει κάποιος αρκετή ώρα μαζί σου, και όταν συμβαίνει αυτό, αρχίζει να φαίνεται πολύ πιο καθαρά αν υπάρχει πραγματική σκέψη ή απλώς ένα όμορφα διατυπωμένο μήνυμα
Αυτό που κάνει το audio τόσο ειλικρινές είναι ότι δεν σε αφήνει εύκολα να κρυφτείς πίσω από το «σωστό». Μπορεί να έχεις σωστές λέξεις αλλά λάθος αίσθηση, καλό θέμα αλλά άδεια πρόθεση, επαγγελματικό τόνο αλλά καθόλου εσωτερική ανάγκη να ακουστείς. Και ο ακροατής ίσως να μην το περιγράψει έτσι, αλλά το καταλαβαίνει πολύ γρήγορα, αν θα μείνει ή αν θα φύγει μετά από δύο επεισόδια χωρίς να του λείψει ποτέ
Ένα από τα πιο πρακτικά σημεία του επεισοδίου είναι ότι η φωνή δεν είναι μόνο χροιά. Είναι ρυθμός, παύση, ένταση, αναπνοή, μεταβολή. Δηλαδή το πώς μπαίνεις σε μια σκέψη και πώς βγαίνεις από αυτήν. Αυτό φαίνεται πολύ καθαρά όταν λες την ίδια φράση με διαφορετικό ρυθμό. Δεν αλλάζει το νόημα, αλλάζει η αίσθηση. Και στο audio η αίσθηση είναι σχεδόν τόσο σημαντική όσο και οι λέξεις
Γι’ αυτό και η πιο χρήσιμη άσκηση πριν από ένα podcast δεν είναι να γράψεις πρώτα τίτλους και formats. Είναι να ακούσεις τρία λεπτά γυμνής φωνής. Χωρίς intro, χωρίς μουσική, χωρίς κάτι να την ωραιοποιεί. Μόνο η φωνή που προσπαθεί να απαντήσει σε μια απλή ερώτηση: γιατί πρέπει να υπάρχει αυτό εδώ; Αυτό είναι ένα πολύ καθαρό τεστ για το αν υπάρχει πραγματική θέση ή μόνο θεματολογία
Το πιο χρήσιμο εδώ είναι ότι το επεισόδιο δεν αντιμετωπίζει τη φωνή σαν τεχνικό θέμα, αλλά σαν στρατηγικό φίλτρο. Σου δείχνει πού βιάζεσαι, πού κρύβεσαι, πού ακούγεσαι πιο σίγουρος απ’ όσο νιώθεις, πού η φωνή σου γίνεται brand book αντί για παρουσία. Και αυτό είναι ίσως το σημείο που κάνει το audio τόσο χρήσιμο πριν καν ξεκινήσει ένα podcast, γιατί σε βοηθά να ακούσεις τι υπάρχει ήδη και τι λείπει
Αν το πω πολύ απλά, αυτό το επεισόδιο λέει κάτι σημαντικό, ότι το podcast δεν σου δίνει φωνή, αποκαλύπτει τη φωνή που ήδη έχεις. Και ίσως αυτό να είναι το πιο ώριμο πράγμα που μπορεί να κάνει ένα brand ή ένας creator πριν πατήσει record, να ακούσει αν αυτό που έχει να πει αντέχει και χωρίς τα στολίδια γύρω του